amoureux
a
a
a
mour
muʁ
moor
eux
ø
eu

Ορισμός και σημασία του "amoureux"στα γαλλικά

01

ερωτευμένος, ερωτευμένη

qui ressent de l'amour pour quelqu'un 
amoureux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus amoureux
συγκριτικός βαθμός
plus amoureux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amoureux
αρσενικό πληθυντικό
amoureux
θηλυκό ενικό
amoureuse
θηλυκό πληθυντικό
amoureuses
θεματικό πεδίο
émotion, relation
Παραδείγματα
Il est amoureux de sa voisine. 

Είναι ερωτευμένος με τη γειτόνισσά του.

01

εραστής, ερωτευμένος

personne qui aime quelqu'un avec des sentiments forts 
l'amoureux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amoureux
αρσενικό ενικό
amoureux
θηλυκό ενικό
amoureuse
neutral form
personne amoureuse
Παραδείγματα
Elle a rencontré son amoureux à l'université. 

Γνώρισε τον ερωτευμένο της στο πανεπιστήμιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

amoureux

amour

+

eux

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store