l'ambulancier
am
ɑ̃
α
bu
by
μπυ
lanc
lɑ̃s
λασ
ier
je
γε

Ορισμός και σημασία του "ambulancier"στα γαλλικά

01

οδηγός ασθενοφόρου, παραϊατρικός

personne qui conduit l'ambulance et transporte les patients vers l'hôpital 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ambulanciers
αρσενικό ενικό
ambulancier
θηλυκό ενικό
ambulancière
neutral form
conducteur d'ambulance
Παραδείγματα
L'ambulancier conduit rapidement vers l'hôpital. 

Ο οδηγός ασθενοφόρου οδηγεί γρήγορα προς το νοσοκομείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store