Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambitieux
01
φιλόδοξος, με μεγάλους στόχους
qui a de grands objectifs et souhaite réussir ou obtenir du pouvoir, de la reconnaissance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ambitieux
συγκριτικός βαθμός
plus ambitieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ambitieux
αρσενικό πληθυντικό
ambitieux
θηλυκό ενικό
ambitieuse
θηλυκό πληθυντικό
ambitieuses
Παραδείγματα
Il est très ambitieux et veut devenir directeur un jour.
Είναι πολύ φιλόδοξος και θέλει να γίνει διευθυντής μια μέρα.



























