l'ambassadeur
am
ɑ̃
α
ba
ba
μπα
ssa
sa
σα
deur
dœʁ
ντœρ

Ορισμός και σημασία του "ambassadeur"στα γαλλικά

01

πρέσβης, διπλωματικός αντιπρόσωπος

personne qui représente officiellement son pays dans un autre pays 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ambassadeurs
αρσενικό ενικό
ambassadeur
θηλυκό ενικό
ambassadrice
neutral form
diplomate
Παραδείγματα
L'ambassadeur a rencontré le président étranger. 

Ο πρέσβης συνάντησε τον ξένο πρόεδρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store