Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'allusion
01
υπαινιγμός, νύξη
mention indirecte ou suggestion qui fait référence à quelque chose sans le dire explicitement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
allusions
Παραδείγματα
Il fait une allusion à son ancien travail.
Κάνει μια υπαινιγμό για την παλιά του δουλειά.
02
υπαινιγμός, έμμεση αναφορά
référence indirecte à une personne, un événement ou une œuvre connue
Παραδείγματα
Son poème contient une allusion à la mythologie grecque.
Το ποίημά του περιέχει μια νύξη στην ελληνική μυθολογία.



























