l'allusion
allusion
alyzjɔ̃
alyzyaw
illusion

Ορισμός και σημασία του "allusion"στα γαλλικά

01

υπαινιγμός, νύξη

mention indirecte ou suggestion qui fait référence à quelque chose sans le dire explicitement 
l'allusion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
allusions
Παραδείγματα
Il fait une allusion à son ancien travail. 

Κάνει μια υπαινιγμό για την παλιά του δουλειά.

02

υπαινιγμός, έμμεση αναφορά

référence indirecte à une personne, un événement ou une œuvre connue 
Παραδείγματα
Son poème contient une allusion à la mythologie grecque. 

Το ποίημά του περιέχει μια νύξη στην ελληνική μυθολογία.

Λεξικό Δέντρο

allusion
allus
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store