l'allergie
Pronunciation
/alɛʀʒi/

Ορισμός και σημασία του "allergie"στα γαλλικά

01

αλλεργία, υπερευαισθησία

réaction du corps à une substance qui cause des symptômes gênants
l'allergie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
allergies
Παραδείγματα
Les enfants peuvent développer des allergies alimentaires.
Τα παιδιά μπορούν να αναπτύξουν τροφικές αλλεργίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store