Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aller simple
[gender: masculine]
01
εισιτήριο μονής διαδρομής, μονόδρομο εισιτήριο
billet qui permet d'aller à une destination sans retour
Παραδείγματα
Un aller simple coûte moins cher qu' un aller - retour.
Ένα απλό εισιτήριο κοστίζει λιγότερο από ένα εισιτήριο με επιστροφή.



























