allaiter
a
a
a
llai
le
ter
te
te

Ορισμός και σημασία του "allaiter"στα γαλλικά

allaiter
01

θηλάζω, δίνω το στήθος

donner le sein à un nourrisson pour le nourrir, généralement jusqu'à ce que l'enfant puisse être sevré 
allaiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
allaite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allaitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
allaiterai
ενεστώτα μετοχή
allaitant
παθητική μετοχή
allaité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
allaitions
Παραδείγματα
Elle allaite son bébé depuis la naissance. 

Θηλάζει το μωρό της από τη γέννηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store