Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allaiter
01
θηλάζω, δίνω το στήθος
donner le sein à un nourrisson pour le nourrir, généralement jusqu'à ce que l'enfant puisse être sevré
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
allaite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allaitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
allaiterai
ενεστώτα μετοχή
allaitant
παθητική μετοχή
allaité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
allaitions
Παραδείγματα
Elle a continué d' allaiter son enfant jusqu' à ses six mois.
Συνέχισε να θηλάζει το παιδί της μέχρι τους έξι μήνες.



























