allaiter
Pronunciation
/alete/

Ορισμός και σημασία του "allaiter"στα γαλλικά

allaiter
01

θηλάζω, δίνω το στήθος

donner le sein à un nourrisson pour le nourrir, généralement jusqu'à ce que l'enfant puisse être sevré
allaiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
allaite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allaitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
allaiterai
ενεστώτα μετοχή
allaitant
παθητική μετοχή
allaité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
allaitions
Παραδείγματα
Elle a continué d' allaiter son enfant jusqu' à ses six mois.
Συνέχισε να θηλάζει το παιδί της μέχρι τους έξι μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store