l'aliment
aliment
alimɑ̃
alimaa
élément

Ορισμός και σημασία του "aliment"στα γαλλικά

01

τροφή, φαγητό

substance consommée pour se nourrir ou fournir des nutriments 
l'aliment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aliments
Παραδείγματα
Les fruits sont des aliments essentiels pour la santé. 

Τα φρούτα είναι απαραίτητα τρόφιμα για την υγεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store