l'aliment
Pronunciation
/alimɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "aliment"στα γαλλικά

L'aliment
[gender: masculine]
01

τροφή, φαγητό

substance consommée pour se nourrir ou fournir des nutriments
l'aliment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aliments
Παραδείγματα
Les légumes sont des aliments sains et variés.
Τα λαχανικά είναι υγιεινά και ποικίλα τρόφιμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store