alerter
a
a
a
ler
lɛʁ
ler
ter
te
te
alerté

Ορισμός και σημασία του "alerter"στα γαλλικά

alerter
01

προειδοποιώ, ειδοποιώ

prévenir quelqu'un d'un danger ou d'un problème 
alerter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
alerte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
alertons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
alerterai
ενεστώτα μετοχή
alertant
παθητική μετοχή
alerté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
alertions
Παραδείγματα
Il faut alerter la police immédiatement. 

Πρέπει να προειδοποιήσουμε την αστυνομία αμέσως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store