Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alerter
01
προειδοποιώ, ειδοποιώ
prévenir quelqu'un d'un danger ou d'un problème
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
alerte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
alertons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
alerterai
ενεστώτα μετοχή
alertant
παθητική μετοχή
alerté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
alertions
Παραδείγματα
Cette campagne vise à alerter le public sur les dangers du tabac.
Αυτή η καμπάνια στοχεύει στην προειδοποίηση του κοινού για τους κινδύνους του καπνού.



























