l'aile
Pronunciation
/ɛl/

Ορισμός και σημασία του "aile"στα γαλλικά

01

φτερό, φτερό

partie du corps des oiseaux, insectes ou avions qui permet de voler
l'aile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ailes
Παραδείγματα
Le pigeon étend ses ailes avant de s' envoler.
Το περιστέρι απλώνει τα φτερά του πριν πετάξει.
02

partie d'un bâtiment, d'une maison ou d'un château

Παραδείγματα
L' aile ouest de la maison est réservée aux invités.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store