aigrir
aig
ɛg
eg
rir
ʁiʁ
rir
rougirsaphirverdirjeunir

Ορισμός και σημασία του "aigrir"στα γαλλικά

aigrir
01

πικραίνω, εξοργίζω

rendre quelqu'un de mauvaise humeur 
aigrir definition and meaning
Παραδείγματα
Cette remarque l'a aigri pour le reste de la journée. 

Αυτή η παρατήρηση τον πικραίνει για το υπόλοιπο της ημέρας.

02

ξινίζω, αλλοιώνομαι

devenir acide ou désagréable au goût 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aigris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aigrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aigrirai
ενεστώτα μετοχή
aigrissant
παθητική μετοχή
aigri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aigrissions
Παραδείγματα
Le lait a aigri à cause de la chaleur. 

Το γάλα ξινίστηκε λόγω της ζέστης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store