Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aigrir
01
πικραίνω, εξοργίζω
rendre quelqu'un de mauvaise humeur
Παραδείγματα
Les mauvaises nouvelles aigrissent souvent les gens.
Τα κακά νέα συχνά aigren τους ανθρώπους.
02
ξινίζω, αλλοιώνομαι
devenir acide ou désagréable au goût
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aigris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aigrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aigrirai
ενεστώτα μετοχή
aigrissant
παθητική μετοχή
aigri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aigrissions
Παραδείγματα
Attention, cette confiture peut aigrir rapidement.
Προσοχή, αυτή η μαρμελάδα μπορεί να ξινίσει γρήγορα.



























