Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agréable
01
ευχάριστος, άνετος
qui procure du plaisir ou du bien-être
Παραδείγματα
Le temps était agréable pendant nos vacances.
Ο καιρός ήταν ευχάριστος κατά τη διάρκεια των διακοπών μας.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευχάριστος, άνετος