agresser
ag
ag
ag
re
ʁɛ
re
sser
se
se

Ορισμός και σημασία του "agresser"στα γαλλικά

agresser
01

επιτίθεμαι, προσβάλλω

attaquer quelqu'un avec violence ou force 
agresser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
agresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
agressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
agresserai
ενεστώτα μετοχή
agressant
παθητική μετοχή
agressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
agressions
Παραδείγματα
Un inconnu a agressé la victime dans la rue. 

Ένας άγνωστος επιτέθηκε στο θύμα στο δρόμο.

02

επιτίθεμαι λεκτικά, προσβάλλω λεκτικά

dire des choses blessantes ou critiquer violemment quelqu'un 
Παραδείγματα
Il a agressé son collègue pendant la réunion. 

Επιτέθηκε στον συνάδελφό του κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store