Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agresser
01
επιτίθεμαι, προσβάλλω
attaquer quelqu'un avec violence ou force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
agresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
agressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
agresserai
ενεστώτα μετοχή
agressant
παθητική μετοχή
agressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
agressions
Παραδείγματα
Un inconnu a agressé la victime dans la rue.
Ένας άγνωστος επιτέθηκε στο θύμα στο δρόμο.
02
επιτίθεμαι λεκτικά, προσβάλλω λεκτικά
dire des choses blessantes ou critiquer violemment quelqu'un
Παραδείγματα
Il a agressé son collègue pendant la réunion.
Επιτέθηκε στον συνάδελφό του κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























