agréable
ag
ag
ag
réable
ʁeabl
reabl

Ορισμός και σημασία του "agréable"στα γαλλικά

01

ευχάριστος, άνετος

qui procure du plaisir ou du bien-être 
agréable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus agréable
συγκριτικός βαθμός
plus agréable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agréable
αρσενικό πληθυντικό
agréables
θηλυκό ενικό
agréable
θηλυκό πληθυντικό
agréables
Παραδείγματα
La musique est très agréable à écouter. 

Η μουσική είναι πολύ ευχάριστη να ακούγεται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store