aider
ai
ɛ
e
der
de
de
aimer

Ορισμός και σημασία του "aider"στα γαλλικά

01

βοηθώ, υποστηρίζω

donner son aide à quelqu'un pour faire quelque chose 
aider definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aide
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aidons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aiderai
ενεστώτα μετοχή
aidant
παθητική μετοχή
aidé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aidions
Παραδείγματα
Je peux t'aider avec tes devoirs. 

Μπορώ να σε βοηθήσω με τις εργασίες σου.

02

βοηθούν ο ένας τον άλλον, αλληλοβοηθούνται

recevoir ou donner de l'aide mutuellement entre personnes 
aider definition and meaning
Παραδείγματα
Ils s'aident toujours quand ils ont un problème. 

Πάντα βοηθούν ο ένας τον άλλο όταν έχουν πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store