aider
Pronunciation
/ede/

Ορισμός και σημασία του "aider"στα γαλλικά

01

βοηθώ, υποστηρίζω

donner son aide à quelqu'un pour faire quelque chose
aider definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aide
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aidons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aiderai
ενεστώτα μετοχή
aidant
παθητική μετοχή
aidé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aidions
Παραδείγματα
Il aide les enfants à apprendre le français.
Βοηθά τα παιδιά να μάθουν γαλλικά.
02

βοηθούν ο ένας τον άλλον, αλληλοβοηθούνται

recevoir ou donner de l'aide mutuellement entre personnes
aider definition and meaning
Παραδείγματα
Les membres de l' équipe s' aident constamment.
Τα μέλη της ομάδας βοηθούν συνεχώς ο ένας τον άλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store