l'agriculteur
ag
ag
ag
ri
ʁi
ri
cul
kyl
kyl
teur
tœʁ
toer

Ορισμός και σημασία του "agriculteur"στα γαλλικά

01

αγρότης, γεωργός

personne qui cultive la terre pour produire des aliments ou élever des animaux 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agriculteurs
αρσενικό ενικό
agriculteur
θηλυκό ενικό
agricultrice
neutral form
exploitant agricole
Παραδείγματα
Cet agriculteur cultive du blé et du maïs. 

Αυτός ο αγρότης καλλιεργεί σιτάρι και καλαμπόκι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store