Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'agression
01
επίθεση, επιθετικότητα
acte violent ou hostile envers une personne ou un groupe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
agressions
Παραδείγματα
L'agression verbale peut être aussi blessante que la violence physique.
Η λεκτική επιθετικότητα μπορεί να είναι εξίσου οδυνηρή με τη σωματική βία.



























