Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'affirmation
01
expression d'une opinion ou d'un point de vue avec certitude
Παραδείγματα
Il fait une affirmation catégorique sur la situation.
02
επιβεβαίωση, βεβαίωση
action de confirmer ou d'assurer que quelque chose est vrai
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
affirmations
Παραδείγματα
Son affirmation est claire et précise.
Ο ισχυρισμός του είναι σαφής και ακριβής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
affirmation
affirmat



























