affectif
a
a
a
ffec
fɛk
fek
tif
tif
tif
nutritifadjectifallusifdubitatif

Ορισμός και σημασία του "affectif"στα γαλλικά

01

συναισθηματικός, συναισθητικός

qui concerne les sentiments ou les émotions 
affectif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
affectif
αρσενικό πληθυντικό
affectifs
θηλυκό ενικό
affective
θηλυκό πληθυντικό
affectives
Παραδείγματα
Elle a des besoins affectifs très importants. 

Έχει πολύ σημαντικές συναισθηματικές ανάγκες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store