adroit
ad
ad
ad
roit
ʁwa
rva
marinafedoraduboismatcha

Ορισμός και σημασία του "adroit"στα γαλλικά

01

επιδέξιος, ικανός

qui agit avec habileté ou compétence 
adroit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus adroit
συγκριτικός βαθμός
plus adroit
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adroit
αρσενικό πληθυντικό
adroits
θηλυκό ενικό
adroite
θηλυκό πληθυντικό
adroites
Παραδείγματα
Il est très adroit avec ses mains. 

Είναι πολύ επιδέξιος με τα χέρια του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store