Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'administrateur
01
διαχειριστής, διοικητής
personne qui organise, dirige ou gère le fonctionnement administratif d'une institution ou d'un service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
administrateurs
αρσενικό ενικό
administrateur
θηλυκό ενικό
administratrice
neutral form
gestionnaire
Παραδείγματα
L'administrateur gère les dossiers du personnel.
Ο διαχειριστής διαχειρίζεται τα αρχεία του προσωπικού.
02
διαχειριστής συστήματος, διαχειριστής του συστήματος
personne qui gère les droits d'accès, la sécurité et le fonctionnement d'un système informatique ou d'un réseau
Παραδείγματα
L'administrateur système a mis à jour le serveur.
Ο διαχειριστής συστήματος ενημέρωσε τον διακομιστή.
LanGeek



























