additionner
Pronunciation
/adisjɔnˈe/

Ορισμός και σημασία του "additionner"στα γαλλικά

additionner
01

προσθέτω, αθροίζω

ajouter des éléments ensemble pour en faire un total
additionner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
additionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
additionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
additionnerai
ενεστώτα μετοχή
additionnant
παθητική μετοχή
additionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
additionnions
Παραδείγματα
Additionnez cette préparation au reste.
Προσθέστε αυτήν την προετοιμασία στο υπόλοιπο.
02

προσθέτω, αθροίζω

effectuer une opération mathématique de somme
additionner definition and meaning
Παραδείγματα
Tu peux additionner les colonnes A et B ?
Μπορείς να προσθέσεις τις στήλες A και B;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store