Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
additionner
01
προσθέτω, αθροίζω
ajouter des éléments ensemble pour en faire un total
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
additionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
additionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
additionnerai
ενεστώτα μετοχή
additionnant
παθητική μετοχή
additionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
additionnions
Παραδείγματα
Additionnez ces ingrédients petit à petit.
Προσθέστε αυτά τα συστατικά λίγο λίγο.
02
προσθέτω, αθροίζω
effectuer une opération mathématique de somme
Παραδείγματα
Additionne ces deux nombres pour moi.
Πρόσθεσε αυτούς τους δύο αριθμούς για μένα.



























