Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accès
01
πρόσβαση
la possibilité d'entrer ou d'utiliser quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accès
Παραδείγματα
L' accès est interdit ici.
Η πρόσβαση απαγορεύεται εδώ.



























