l'accès
Pronunciation
/aksɛ/

Ορισμός και σημασία του "accès"στα γαλλικά

L'accès
[gender: masculine]
01

πρόσβαση

la possibilité d'entrer ou d'utiliser quelque chose
l'accès definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accès
Παραδείγματα
L' entreprise restreint l' accès du personnel à Internet.
Η πρόσβαση είναι δωρεάν για τα παιδιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store