accepter
a
a
a
ccep
ksɛp
ksep
ter
te
te
accoster

Ορισμός και σημασία του "accepter"στα γαλλικά

accepter
01

αποδέχομαι, παίρνω

consentir à prendre ou recevoir quelque chose, ou reconnaître quelque chose comme valable 
accepter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accepte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
acceptons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accepterai
ενεστώτα μετοχή
acceptant
παθητική μετοχή
accepté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
acceptions
Παραδείγματα
Elle accepte l'invitation avec plaisir. 

Αυτή δέχεται την πρόσκληση με ευχαρίστηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store