Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accepter
01
αποδέχομαι, παίρνω
consentir à prendre ou recevoir quelque chose, ou reconnaître quelque chose comme valable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accepte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
acceptons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accepterai
ενεστώτα μετοχή
acceptant
παθητική μετοχή
accepté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
acceptions
Παραδείγματα
J' accepte ton point de vue.
Δέχομαι την άποψή σου.



























