Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'abonnement
01
συνδρομή, εγγραφή
contrat ou action de s'inscrire pour recevoir régulièrement un service ou un produit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abonnements
Παραδείγματα
J'ai un abonnement à ce magazine.
Έχω μια συνδρομή σε αυτό το περιοδικό.



























