kakikoi
kakikoi
kaki[n][adj]
κάκι,λοτούς • κάκι,χρώμα κάκι
kanelbulle[n]
κουλούρι κανέλας,ψωμάκι κανέλας
kangourou[n]
κανγκουρό,αυστραλιανό μαρσιποφόρο
karaté[n]
καράτε,ιαπωνική πολεμική τέχνη
kayak[n]
καγιάκ,κανό καγιάκ
kazoo[n]
καζού,βουητόφωνο
kebab[n]
κεμπάπ,σουβλάκι
kéfir[n]
κεφίρ
ketchup[n]
κέτσαπ,σάλτσα ντομάτας
kilo[n]
κιλό,κιλό
kilogramme[n]
κιλό,κιλόγραμμο
kilomètre[n]
kimono[n]
κιμονό,κιμονό
kiosque[n]
περίπτερο,περίπτερο εφημερίδων
kit de couture[n]
κιτ ράψιμο,σετ ράψιμο
kiwi[n]
ακτινίδιο,κίβι
koala[n]
κοάλα
koi[n]
κυπρίνος κόι,κόι