Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restringir
01
limitar la libertad, cantidad o alcance de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
La ley restringe el acceso a esos datos.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limitar la libertad, cantidad o alcance de algo