enfatizar
Pronunciation
/ˌɛmfatiθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "enfatizar"στα ισπανικά

enfatizar
01

τονίζω, δίνω έμφαση

resaltar o dar mayor importancia a algo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enfatizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfatiza
ενεστώτα μετοχή
enfatizando
απλός αόριστος
enfatizó
παθητική μετοχή
enfatizado
Παραδείγματα
El profesor enfatizó la importancia del tema. 

Ο δάσκαλος τόνισε τη σημασία του θέματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store