Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfatizar
01
τονίζω, δίνω έμφαση
resaltar o dar mayor importancia a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enfatizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfatiza
ενεστώτα μετοχή
enfatizando
απλός αόριστος
enfatizó
παθητική μετοχή
enfatizado
Παραδείγματα
El color rojo enfatiza la forma del objeto.
Το κόκκινο χρώμα τονίζει το σχήμα του αντικειμένου.



























