enfatizar
Pronunciation
/ˌɛmfatiθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "enfatizar"στα ισπανικά

enfatizar
01

τονίζω, δίνω έμφαση

resaltar o dar mayor importancia a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enfatizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfatiza
ενεστώτα μετοχή
enfatizando
απλός αόριστος
enfatizó
παθητική μετοχή
enfatizado
Παραδείγματα
El color rojo enfatiza la forma del objeto.
Το κόκκινο χρώμα τονίζει το σχήμα του αντικειμένου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store