extrañar
Pronunciation
/ˌekstɾaɲˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "extrañar"στα ισπανικά

extrañar
01

νοσταλγώ, λείπω (σε κάποιον)

sentir la ausencia de alguien o algo que ya no está presente 
extrañar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
extraño
γ΄ ενικό πρόσωπο
extraña
ενεστώτα μετοχή
extrañando
απλός αόριστος
extrañó
παθητική μετοχή
extrañado
Παραδείγματα
La extraño mucho. 

Μου λείπει πολύ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store