Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extrañar
01
νοσταλγώ, λείπω (σε κάποιον)
sentir la ausencia de alguien o algo que ya no está presente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
extraño
γ΄ ενικό πρόσωπο
extraña
ενεστώτα μετοχή
extrañando
απλός αόριστος
extrañó
παθητική μετοχή
extrañado
Παραδείγματα
Los niños extrañan a sus amigos.
Τα παιδιά λείπουν οι φίλοι τους.



























