Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
precisar
01
διευκρινίζω, προσδιορίζω
indicar o determinar algo con exactitud y sin ambigüedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
preciso
γ΄ ενικό πρόσωπο
precisa
ενεστώτα μετοχή
precisando
απλός αόριστος
precisó
παθητική μετοχή
precisado
Παραδείγματα
El profesor precisó los criterios de evaluación.
Ο δάσκαλος διευκρίνισε τα κριτήρια αξιολόγησης.



























