precisar
Pronunciation
/pɾˌeθisˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "precisar"στα ισπανικά

precisar
01

διευκρινίζω, προσδιορίζω

indicar o determinar algo con exactitud y sin ambigüedad 
precisar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
preciso
γ΄ ενικό πρόσωπο
precisa
ενεστώτα μετοχή
precisando
απλός αόριστος
precisó
παθητική μετοχή
precisado
Παραδείγματα
Es necesario precisar los detalles del plan. 

Είναι απαραίτητο να καθοριστούν οι λεπτομέρειες του σχεδίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store