Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secuenciar
01
αλληλουχία
ordenar elementos o eventos en una secuencia lógica o temporal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
secuencio
γ΄ ενικό πρόσωπο
secuencia
ενεστώτα μετοχή
secuenciando
απλός αόριστος
secuenció
παθητική μετοχή
secuenciado
Παραδείγματα
El programa permite secuenciar eventos complejos.
Το πρόγραμμα επιτρέπει την ακολουθία σύνθετων γεγονότων.



























