Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secuestrar
01
απαγάγω
tomar a alguien por la fuerza y retenerlo ilegalmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
secuestro
γ΄ ενικό πρόσωπο
secuestra
ενεστώτα μετοχή
secuestrando
απλός αόριστος
secuestré
παθητική μετοχή
secuestrado
Παραδείγματα
Secuestraron a una persona importante en la ciudad.
Απήγαγαν ένα σημαντικό πρόσωπο στην πόλη.
02
απαγωγή, αεροπειρατεία
tomar control ilegal de un vehículo, especialmente un avión, durante su viaje
Παραδείγματα
Los terroristas planearon secuestrar el avión y desviarlo a otro país.
Οι τρομοκράτες σχεδίασαν να απαγάγουν το αεροπλάνο και να το εκτρέψουν σε άλλη χώρα.



























