Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secundario
01
δευτερεύων, υποστηρικτικός
que acompaña al protagonista en una obra artística y tiene un papel de menor importancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más secundario
συγκριτικός βαθμός
más secundario
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
secundario
αρσενικό πληθυντικό
secundarios
θηλυκό ενικό
secundaria
θηλυκό πληθυντικό
secundarias
Παραδείγματα
Los papeles secundarios enriquecen la trama.
Οι δευτερεύοντες ρόλοι εμπλουτίζουν την πλοκή.



























