Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destacable
01
αξιοσημείωτος, εξαιρετικός
que sobresale o llama la atención por sus características
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más destacable
συγκριτικός βαθμός
más destacable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
destacable
αρσενικό πληθυντικό
destacables
θηλυκό ενικό
destacable
θηλυκό πληθυντικό
destacables
Παραδείγματα
Hay una mejora destacable en la estructura.
Υπάρχει μια αξιοσημείωτη βελτίωση στη δομή.



























