Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recargado
01
υπερφορτωμένος, υπερβολικά φορτωμένος
que tiene demasiada carga o contenido, superando lo normal o adecuado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más recargado
συγκριτικός βαθμός
más recargado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
recargado
αρσενικό πληθυντικό
recargados
θηλυκό ενικό
recargada
θηλυκό πληθυντικό
recargadas
Παραδείγματα
El estante estaba recargado de libros.
Το ράφι ήταν υπερφορτωμένο με βιβλία.



























