Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La insonorización
01
ηχομόνωση
aislamiento de un espacio para reducir o eliminar la transmisión de sonido
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Mejoraron la insonorización del local.



























