Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tronar
01
βροντάω
producir o sonar el trueno durante una tormenta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
trueno
γ΄ ενικό πρόσωπο
truena
ενεστώτα μετοχή
tronando
απλός αόριστος
tronó
παθητική μετοχή
tronado
Παραδείγματα
Cuando truena, los perros se asustan.
Όταν βροντάει, τα σκυλιά φοβούνται.



























