Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
podar
01
κλαδεύω
cortar ramas o partes de una planta para mejorar su crecimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
podo
γ΄ ενικό πρόσωπο
poda
ενεστώτα μετοχή
podando
απλός αόριστος
podó
παθητική μετοχή
podado
Παραδείγματα
Podaron el jardín para darle forma.
Κλάδεψαν τον κήπο για να του δώσουν σχήμα.



























