podar
Pronunciation
/poðˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "podar"στα ισπανικά

01

κλαδεύω

cortar ramas o partes de una planta para mejorar su crecimiento
podar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
podo
γ΄ ενικό πρόσωπο
poda
ενεστώτα μετοχή
podando
απλός αόριστος
podó
παθητική μετοχή
podado
Παραδείγματα
Podaron el jardín para darle forma.
Κλάδεψαν τον κήπο για να του δώσουν σχήμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store