fumigar
Pronunciation
/fˌumiɣˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "fumigar"στα ισπανικά

fumigar
01

απολυμαίνω με καπνό

aplicar sustancias químicas para eliminar plagas en cultivos o espacios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fumigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fumiga
ενεστώτα μετοχή
fumigando
απλός αόριστος
fumigó
παθητική μετοχή
fumigado
Παραδείγματα
Decidieron fumigar el invernadero.
Αποφάσισαν να καπνίσουν το θερμοκήπιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store