Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El beneficio fiscal
01
φορολογική έκπτωση, φορολογικό πλεονέκτημα
ventaja o reducción en el pago de impuestos concedida por la ley
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
beneficios fiscales
Παραδείγματα
La empresa recibió un beneficio fiscal.
Η εταιρεία έλαβε φορολογικό όφελος.



























