Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benevolente
01
ευμενής, καλοπροαίρετος
que muestra buena voluntad y deseo de hacer el bien a los demás
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más benevolente
συγκριτικός βαθμός
más benevolente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
benevolente
αρσενικό πληθυντικό
benevolentes
θηλυκό ενικό
benevolente
θηλυκό πληθυντικό
benevolentes
Παραδείγματα
Fue un gesto benevolente ayudar a los necesitados.
Ήταν μια καλοπροαίρετη χειρονομία να βοηθάς όσους έχουν ανάγκη.



























