benevolente
be
be
μπε
ne
ne
νε
vo
βo
βο
len
ˈlen
λεν
te
te
τε
exactamenteinteligentepersistenteilegalmente

Ορισμός και σημασία του "benevolente"στα ισπανικά

benevolente
01

ευμενής, καλοπροαίρετος

que muestra buena voluntad y deseo de hacer el bien a los demás 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más benevolente
συγκριτικός βαθμός
más benevolente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
benevolente
αρσενικό πληθυντικό
benevolentes
θηλυκό ενικό
benevolente
θηλυκό πληθυντικό
benevolentes
θεματικό πεδίο
comportamiento, actitud
Παραδείγματα
Fue un gesto benevolente ayudar a los necesitados. 

Ήταν μια καλοπροαίρετη χειρονομία να βοηθάς όσους έχουν ανάγκη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store