Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subvencionar
01
επιδοτώ
financiar total o parcialmente una actividad, producto o servicio mediante ayudas económicas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
subvenciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
subvenciona
ενεστώτα μετοχή
subvencionando
απλός αόριστος
subvencionó
παθητική μετοχή
subvencionado
Παραδείγματα
Muchos agricultores son subvencionados por la UE.
Πολλοί αγρότες επιδοτούνται από την ΕΕ.



























