Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suceder
01
συμβαίνω, γίνομαι
tener lugar o ocurrir un hecho o evento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sucedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sucede
ενεστώτα μετοχή
sucediendo
απλός αόριστος
sucedí
παθητική μετοχή
sucedido
Παραδείγματα
No debería volver a suceder.
Αυτό δεν θα πρέπει να συμβεί ξανά.



























