Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La deslocalización
01
υπεργολαβία, μετεγκατάσταση παραγωγής
traslado de actividades productivas o servicios a otros países para reducir costes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
deslocalizaciones
Παραδείγματα
La deslocalización de fábricas afectó al empleo local.
Η μετεγκατάσταση των εργοστασίων στο εξωτερικό επηρέασε την τοπική απασχόληση.



























