Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vírico
01
ιογενής, ιικός
relativo a los virus o causado por ellos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vírico
αρσενικό πληθυντικό
víricos
θηλυκό ενικό
vírica
θηλυκό πληθυντικό
víricas
Παραδείγματα
Se estudian las mutaciones víricas.
Μελετώνται οι ιικές μεταλλάξεις.



























